φτάνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φτάνω < αρχαία ελληνική φθάνω

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈfta.nɔ/

[] Open book 01.svg Ρήμα

φτάνω

  1. αφικνούμαι, ολοκληρώνω το ταξίδι μου προς ένα προορισμό
    φτάνω στην Αθήνα στις 6
  2. έρχομαι από στιγμή σε στιγμή, υπόσχομαι ότι φτάνω εγώ ή κάτι αμέσως
    Έφτασα! (όταν μας φωνάζουν κάπου και καθυστερούμε)
    Εφτασε το καφεδάκι
  3. (μεταφορικά) οδηγούμαι σε ένα σημείο συνήθως παρά τη θέλησή μου ή πάντως χωρίς να το επιδιώκω συνειδητά, καταντώ
    κοίτα πού/σε ποιο σημείο φτάνει/έφτασε ο άνθρωπος -να μαζεύει απ' τα σκουπίδια
  4. (μεταφορικά) κατακτώ μία υψηλή κοινωνική, οικονομική, επιστημονική θέση
    είναι φτασμένος καλλιτέχνης : έχει φτάσει στο ζενίθ της σταδιοδρομίας του
    προσπάθησε σκληρά, αλλά τελικα δεν έφτασε ψηλά
  5. πλησιάζω κάτι με το χέρι μου ή άλλα μέσα που διαθέτω, προσεγγίζω (και μεταφορικά)
    δεν το φτάνω -είναι ψηλά
    ό,τι και να κάνω, δεν μπορώ να τον φτάσω (στο ταλέντο, στις ικανότητες κ.λπ.)
  6. επαρκώ για κάτι
    δεν μου φτάνουν τα λεφτά
  7. (απρόσωπο) αρκεί, αρκετά
    δε φτάνει που είναι κακότροπος, είναι (από πάνω) και τεμπέλης
    Φτάνει πια!!!!
  8. έχω οργασμό

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Εκφράσεις

[] Plume ombre.png Κλίση


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους:

[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

φθάνω

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες