φτάνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- φτάνω < αρχαία ελληνική φθάνω
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
φτάνω
- αφικνούμαι, ολοκληρώνω το ταξίδι μου προς ένα προορισμό
- φτάνω στην Αθήνα στις 6
- έρχομαι από στιγμή σε στιγμή, υπόσχομαι ότι φτάνω εγώ ή κάτι αμέσως
- Έφτασα! (όταν μας φωνάζουν κάπου και καθυστερούμε)
- Εφτασε το καφεδάκι
- (μεταφορικά) οδηγούμαι σε ένα σημείο συνήθως παρά τη θέλησή μου ή πάντως χωρίς να το επιδιώκω συνειδητά, καταντώ
- κοίτα πού/σε ποιο σημείο φτάνει/έφτασε ο άνθρωπος -να μαζεύει απ' τα σκουπίδια
- (μεταφορικά) κατακτώ μία υψηλή κοινωνική, οικονομική, επιστημονική θέση
- είναι φτασμένος καλλιτέχνης : έχει φτάσει στο ζενίθ της σταδιοδρομίας του
- προσπάθησε σκληρά, αλλά τελικα δεν έφτασε ψηλά
- πλησιάζω κάτι με το χέρι μου ή άλλα μέσα που διαθέτω, προσεγγίζω (και μεταφορικά)
- δεν το φτάνω -είναι ψηλά
- ό,τι και να κάνω, δεν μπορώ να τον φτάσω (στο ταλέντο, στις ικανότητες κ.λπ.)
- επαρκώ για κάτι
- δεν μου φτάνουν τα λεφτά
- (απρόσωπο) αρκεί, αρκετά
- δε φτάνει που είναι κακότροπος, είναι (από πάνω) και τεμπέλης
- Φτάνει πια!!!!
- έχω οργασμό
[
]
[
] Εκφράσεις
- (εκεί) εδώ που φτάσαμε
- έφτασε
- έφτασε ο κόμπος στο χτένι
- τρέχω και δεν φτάνω
- φτάνει και περισσεύει
- φτάνω στο αμήν
- φτάνω στο απροχώρητο
- ως εκεί μου φτάνει
- όσα δεν φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια
- μονό δεν του φτάνει, διπλό του περισσεύει
[
]
Κλίση
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
[
]
Μεταφράσεις
πηγαίνω ή έρχομαι ή καταλήγω στον προορισμό μου
αρκώ
|
→ δείτε τη λέξη: αρκώ |
-
Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: