φτηνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φτηνός φτηνή φτηνό
γενική φτηνού φτηνής φτηνού
αιτιατική φτηνό φτηνή φτηνό
κλητική φτηνέ φτηνή φτηνό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φτηνοί φτηνές φτηνά
γενική φτηνών φτηνών φτηνών
αιτιατική φτηνούς φτηνές φτηνά
κλητική φτηνοί φτηνές φτηνά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτηνός < με αποβολη του ε από τη μεσαιωνική λέξη εὐτηνός < ελληνιστικό επίθετο εὐθηνός και εὐθενής και εὐθηνής (άφθονος, πλούσιος)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φτηνός (και με λόγια επίδραση έγινε φθηνός)

  1. που έχει χαμηλή τιμή, αξία, χαμηλό κόστος αγοράς, σε σχέση με άλλα ίδια αντικείμενα ή γενικά σε σχέση με το κόστος ζωής
    φτηνό ενοίκιο, ρούχο, ρεύμα
  2. (μεταφορικά) χαμηλής ή κακής ποιότητας, ευτελής, κάτι που απαξιώνει, απαξιωτικό
    Αυτό το ρούχο σε δείχνει φτηνή (αναξιοπρεπή, εύκολη)
    Πολύ φτηνό το επιχείρημά σου/το αστείο σου (ανάξιο, αποτυχημένο, πρόστυχο, χυδαίο)
    φτηνό άρωμα, ρολόι κ.λπ. αντικείμενα, υπηρεσίες που θεωρούνται πολυτελείας
  3. (μεσαιωνική έννοια) γενναιόδωρος
    Ο έρωτας κάνει τον ακριβό, φτηνό : τον κάνει να ξοδεύει, τον κάνει πλουσιοπάροχο (Ερωτόκριτος)

Εκφράσεις[επεξεργασία]


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]