φτηνός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | φτηνός | φτηνή | φτηνό |
| γενική | φτηνού | φτηνής | φτηνού |
| αιτιατική | φτηνό | φτηνή | φτηνό |
| κλητική | φτηνέ | φτηνή | φτηνό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | φτηνοί | φτηνές | φτηνά |
| γενική | φτηνών | φτηνών | φτηνών |
| αιτιατική | φτηνούς | φτηνές | φτηνά |
| κλητική | φτηνοί | φτηνές | φτηνά |
Ετυμολογία [
]
- φτηνός < με αποβολη του ε από τη μεσαιωνική λέξη εὐτηνός < ελληνιστικό επίθετο εὐθηνός και εὐθενής και εὐθηνής (άφθονος, πλούσιος)
Επίθετο [
]
φτηνός (και με λόγια επίδραση έγινε φθηνός)
- που έχει χαμηλή τιμή, αξία, χαμηλό κόστος αγοράς, σε σχέση με άλλα ίδια αντικείμενα ή γενικά σε σχέση με το κόστος ζωής
- φτηνό ενοίκιο, ρούχο, ρεύμα
- (μεταφορικά) χαμηλής ή κακής ποιότητας, ευτελής, κάτι που απαξιώνει, απαξιωτικό
- Αυτό το ρούχο σε δείχνει φτηνή (αναξιοπρεπή, εύκολη)
- Πολύ φτηνό το επιχείρημά σου/το αστείο σου (ανάξιο, αποτυχημένο, πρόστυχο, χυδαίο)
- φτηνό άρωμα, ρολόι κ.λπ. αντικείμενα, υπηρεσίες που θεωρούνται πολυτελείας
- (μεσαιωνική έννοια) γενναιόδωρος
- Ο έρωτας κάνει τον ακριβό, φτηνό : τον κάνει να ξοδεύει, τον κάνει πλουσιοπάροχο (Ερωτόκριτος)