φτυάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φτυάρι φτυάρια
γενική φτυαριού φτυαριών
αιτιατική φτυάρι φτυάρια
κλητική φτυάρι φτυάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτυάρι < αρχαία ελληνική πτύον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φτυάρι ουδέτερο

  • εργαλείο με μακριά λαβή και πλατύ μεταλλικό έλασμα για τη μεταφορά χώματος, χαλικιών, λάσπης κλπ ή για σκάψιμο σε μαλακό έδαφος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]