φτυάρι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φτυάρι | φτυάρια |
| γενική | φτυαριού | φτυαριών |
| αιτιατική | φτυάρι | φτυάρια |
| κλητική | φτυάρι | φτυάρια |
[
]
Ετυμολογία
- φτυάρι < αρχαία ελληνική πτύον
[
]
Ουσιαστικό
φτυάρι ουδέτερο
- εργαλείο με μακριά λαβή και πλατύ μεταλλικό έλασμα για τη μεταφορά χώματος, χαλικιών, λάσπης κλπ ή για σκάψιμο σε μαλακό έδαφος
[
]
- φτυάρι
- φτυαριά
- φτυαρίζομαι
- φτυαρίζω
- φτυάρισμα
- φτυαράκι