φυγάς
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φυγάς | φυγάδες |
| γενική | φυγά | φυγάδων |
| αιτιατική | φυγά | φυγάδες |
| κλητική | φυγά | φυγάδες |
[
]
Ετυμολογία
- φυγάς < αρχαία ελληνική φυγάς
[
]
Ουσιαστικό
φυγάς αρσενικό
- που έχει δραπετεύσει ή διαφεύγει τη σύλληψη
[
]
[
]
Συνώνυμα
[
]
- → δείτε τη λέξη: φυγή
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- φυγάς < από τη ρίζα φυγ- του φεύγω
[
]
Επίθετο
ὁ, ἡ φυγάς (γενική : τοῦ, τῆς φυγάδος)
- ο δραπέτης, ο λιποτάκτης
- ἀνήρ... φυγὰς εἶναι παρ᾽ ὑμῶν : άνδρας... που είχε λιποτακτήσει από εσάς
- ...φυγάδα πρόδρομον... : (τον έκανες) να τρέχει σαν φυγάδας
- ο εξόριστος
- ἀλλ᾽ ἀνάστατος αὐτοῖς ἐπέμφθην κἀξεκηρύχθην φυγάς : με ξεσπίτωσαν και με καταδίκασαν στην ποινή της εξορίας