φυλακή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φυλακή | φυλακές |
| γενική | φυλακής | φυλακών |
| αιτιατική | φυλακή | φυλακές |
| κλητική | φυλακή | φυλακές |
Ετυμολογία [
]
φυλακή < αρχαία ελληνική φυλακή (η φρούρηση)
Ουσιαστικό [
]
φυλακή θηλυκό
- χώρος κράτησης καταδίκων
- Οι κρατούμενοι μετήχθησαν από τη φυλακή Κορυδαλλού στη φυλακή Πατρών
- ποινή για αδικήματα στα ποινικά δικαστήρια
- Έφαγε δέκα χρόνια φυλακή
- ποινή στρατιωτική
- Μου έριξε δέκα μέρες φυλακή για τα κορδόνια!