φυλακή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυλακή φυλακές
γενική φυλακής φυλακών
αιτιατική φυλακή φυλακές
κλητική φυλακή φυλακές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φυλακή < αρχαία ελληνική φυλακή (η φρούρηση)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φυλακή θηλυκό

  1. χώρος κράτησης καταδίκων
    Οι κρατούμενοι μετήχθησαν από τη φυλακή Κορυδαλλού στη φυλακή Πατρών
  2. ποινή για αδικήματα στα ποινικά δικαστήρια
    Έφαγε δέκα χρόνια φυλακή
  3. ποινή στρατιωτική
    Μου έριξε δέκα μέρες φυλακή για τα κορδόνια!

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]