φυλακισμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | φυλακισμένος | φυλακισμένη | φυλακισμένο |
| γενική | φυλακισμένου | φυλακισμένης | φυλακισμένου |
| αιτιατική | φυλακισμένο | φυλακισμένη | φυλακισμένο |
| κλητική | φυλακισμένε | φυλακισμένη | φυλακισμένο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | φυλακισμένοι | φυλακισμένες | φυλακισμένα |
| γενική | φυλακισμένων | φυλακισμένων | φυλακισμένων |
| αιτιατική | φυλακισμένους | φυλακισμένες | φυλακισμένα |
| κλητική | φυλακισμένοι | φυλακισμένες | φυλακισμένα |
[
]
Ετυμολογία
- φυλακισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φυλακίζομαι
[
]
Μετοχή
φυλακισμένος, η, ο
- που βρίσκεται στη φυλακή ή σε χώρο που περιορίζει την ελευθερία του
- (μεταφορικά) ο δέσμιος, ο παγιδευμένος, που ζει σαν να βρίσκεται έκγλειστος σε φυλακή