φυσάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φυσάω < αρχαία ελληνική φυσάω < φῦσα

Open book 01.svg Ρήμα[]

φυσάω και φυσώ

  • ασυναίρετη μορφή του φυσώ, πιο συνηθισμένη πιο ποιητική και πιο έντονη από τη συνηρημένη, ειδικά στον ενεστώτα,
Νάν’ σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη! (Γιάννης Σκαρίμπας, Χαλκίδα)

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φυσάω < φῦσα (φυσερό, άνεμος, αέρια κοιλιάς, φυσαλλίδα)

Ρήμα[]

φυσάω

  1. φουσκώνω εγώ
    ἡ γαστὴρ ἐπεφύσητό μου (η φουσκωμένη κοιλιά)
  2. φουσκώνω κάτι, το διαστέλλω
    ἀσκοί πεφυσαμένοι
    φυσών την γνάθον (φουσκώνω τα μάγουλα καθώ ξυρίζομαι)
  3. ρουθουνίζω, θυμώνω, αγανακτώ, "φυσάω-ξεφυσάω"
    εἰπέ μοι, τί δεινὰ φυσᾷς αἱματηρὸν ὄμμ᾽ ἔχων;
  4. περηφανεύομαι
    οὐκ ἐφύσων οἱ Λάκωνες ὡς ἀπόρθητοί ποτε;
  5. φυσώ μουσικό όργανο, παίζω μουσική
  6. τα παραφουσκώνω, υπερβάλλω (για να ξεγελάσω κάποιον ή με αποτέλεσμα να γελαστώ εγώ έχοντας υπερβάλει στις εκτιμήσεις μου)
    καὶ ὠγκωμένω μὲν ἐπὶ γένει, ἐπηρμένω δ᾽ ἐπὶ πλούτῳ, πεφυσημένω δ᾽ ἐπὶ δυνάμει, διατεθρυμμένω δὲ ὑπὸ πολλῶν ἀνθρώπων, ἐπὶ δὲ πᾶσι τούτοις διεφθαρμένω καὶ πολὺν χρόνον ἀπὸ Σωκράτους γεγονότε, τί θαυμαστὸν εἰ ὑπερηφάνω ἐγενέσθην; (ο Ξενοφών για τον Αλκιβιάδη "όταν αποκόπηκε από το Σωκράτη με τη θετική του επιρροή τον συγκρατούσε"