φυσιογνωμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυσιογνωμία φυσιογνωμίες
γενική φυσιογνωμίας φυσιογνωμιών
αιτιατική φυσιογνωμία φυσιογνωμίες
κλητική φυσιογνωμία φυσιογνωμίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φυσιογνωμία < αρχαία ελληνική φυσιογνωμονία (κρίνοντας ή μελετώντας τα φυσικά χαρακτηριστικά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φυσιογνωμία θηλυκό

  1. τα χαρακτηριστικά του προσώπου
  2. (μεταφορικά) τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, η εικόνα, ενος φορέα ή οργανισμού
    Προσπαθούν να βελτιώσουν τη φυσιογνωμία της γειτονιάς
  3. (μεταφορικά) κάποιος που ξεχωρίζει
    Ο Νικόλας Άσιμος υπήρξε φυσιογνωμία στο ελληνικό ροκ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]