φυσώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φυσώ < αρχαία ελληνική φυσ-άω < ιωνική διάλεκτος φυσ-έω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /fi.ˈsɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

φυσώ

  1. (μεταβατικό) εκπνέω με δύναμη πάνω σε κάτι
    φύσα το φαγητό σου να κρυώσει
  2. αναπνέω με ένταση
  3. (για άνεμο) πνέω
  4. (μεταβατικό) εκπνέω στο στόμιο κάποιου πνευστού μουσικού οργάνου για να παραχθεί ήχος

Εκφράσεις[]

  • το φυσάει (το χρήμα) : είναι πολύ πλούσιος
  • το φυσάει και δεν κρυώνει : για κάποια ενέργεια για την οποία μετανιώσαμε, αλλά δύσκολα αναστρέφονται οι συνέπειές της

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]