φυτό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φυτό | φυτά |
| γενική | φυτού | φυτών |
| αιτιατική | φυτό | φυτά |
| κλητική | φυτό | φυτά |
[
]
Ετυμολογία
- φυτό < αρχαία ελληνική φυτόν
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
φυτό ουδέτερο
- ζωντανός οργανισμός ριζωμένος στο έδαφος από το οποίο απορροφά νερό ως πηγή θρεπτικών στοιχείων, και μετατρέπει την ηλιακή ενέργεια σε χημική μέσω της φωτοσύνθεσης
- (μεταφορικά) ασθενής που δεν έχει επικοινωνία με το περιβάλλον και συνείδηση
- (αργκό) μαθητής ή φοιτητής που δεν έχει άλλα ενδιαφέροντα πέρα από τις σπουδές του
[
]
Μεταφράσεις
ζωντανός οργανισμός ριζωμένος στο έδαφος
|