φυτό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φυτό φυτά
γενική φυτού φυτών
αιτιατική φυτό φυτά
κλητική φυτό φυτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φυτό < αρχαία ελληνική φυτόν

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /fiˈtɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φυτό ουδέτερο

  • ζωντανός οργανισμός ριζωμένος στο έδαφος από το οποίο απορροφά νερό ως πηγή θρεπτικών στοιχείων, και μετατρέπει την ηλιακή ενέργεια σε χημική μέσω της φωτοσύνθεσης
  • (μεταφορικά) ασθενής που δεν έχει επικοινωνία με το περιβάλλον και συνείδηση
  • (αργκό) μαθητής ή φοιτητής που δεν έχει άλλα ενδιαφέροντα πέρα από τις σπουδές του

32πχ Μεταφράσεις[]