φωτεινός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | φωτεινός | φωτεινή | φωτεινό |
| γενική | φωτεινού | φωτεινής | φωτεινού |
| αιτιατική | φωτεινό | φωτεινή | φωτεινό |
| κλητική | φωτεινέ | φωτεινή | φωτεινό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | φωτεινοί | φωτεινές | φωτεινά |
| γενική | φωτεινών | φωτεινών | φωτεινών |
| αιτιατική | φωτεινούς | φωτεινές | φωτεινά |
| κλητική | φωτεινοί | φωτεινές | φωτεινά |
Ετυμολογία [
]
- φωτεινός < αρχαία ελληνική φωτεινός < φῶς
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /fɔ.ti.ˈnɔs/ αρσενικό
Επίθετο [
]
φωτεινός, -ή, -ό
- που εκπέμπει φως, που φωτίζει, που λάμπει
- φωτεινό αστέρι
- που φωτίζεται, που έχει φως
- φωτεινό δωμάτιο
- (μεταφορικά) που ξεχωρίζει θετικά, που υπερέχει και αποτελεί πρότυπο
- φωτεινός νους
- (για χρώμα) ο ανοιχτόχρωμος, ο ζωηρός
- φωτεινά χρώματα
- φωτεινό κόκκινο