φόρος

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φόρος < αρχαία ελληνική φόρος < φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό

φόρος αρσενικό

  1. χρηματικό ποσό που καταβάλλει στο κράτος ο πολίτης ως ποσοστό του εισοδήματός του
  2. χρηματικό ποσό που ενσωματώνεται στην τιμή των εμπορευμάτων και αποτελεί κρατικό έσοδο
  3. οποιαδήποτε εισφορά σε χρήμα ή σε είδος καταβάλλει ένας υπήκοος ή ένα εξαρτώμενο κράτος στον επικυρίαρχό του

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Αρχαία ελληνικά (grc)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φόρος < ρίζα φόρ-, ετεροιωμένη βαθμίδα του φέρ- (φέρω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό

φόρος αρσενικό

  1. εισφορά σε χρήμα ή σε είδος που καταβάλλει ένας υπήκοος ή ένα εξαρτώμενο κράτος στον επικυρίαρχό του
  2. οποιαδήποτε πληρωμή χρηματικού ποσού

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

φόρος < λατινική forum

Open book 01.svg Ουσιαστικό

φόρος αρσενικό

Άλλες γλώσσες