φόρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φόρος | φόροι |
| γενική | φόρου | φόρων |
| αιτιατική | φόρο | φόρους |
| κλητική | φόρε | φόροι |
[
]
Ετυμολογία
- φόρος < αρχαία ελληνική φόρος < φέρω
[
]
Ουσιαστικό
φόρος αρσενικό
- άμεσος φόρος: χρηματικό ποσό που καταβάλλει στο κράτος ο πολίτης που ζει σε αυτό ως ποσοστό του εισοδήματός του
- Φέτος ο φόρος που θα δώσω με τη γυναίκα μου θα φτάσει τα 5.000 ευρώ
- έμμεσος φόρος: καταναλωτικοί φόροι, χρηματικά ποσά που ενσωματώνονται στην τιμή των εμπορευμάτων ή των παρεχομένων υπηρεσιών και που επίσης αποτελούν κρατικό έσοδο
- βλέπετε ΦΠΑ για το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας
- οποιαδήποτε εισφορά σε χρήμα ή σε είδος καταβάλλει ένας υπήκοος ή ένα εξαρτώμενο κράτος στον επικυρίαρχό του
- Κράτη φόρου υποτελή
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Αντώνυμα
[
] Εκφράσεις
- επιστροφή φόρου : το ποσό που επιστρέφει το κράτος όταν ο φόρος που έχει παρακρατηθεί από τον πολίτη (π.χ. από το μισθό του) ήταν περισσότερος από όσο έπρεπε. Η επιστροφή φόρου συχνά συμψηφίζεται με άλλες οφειλές και δεν επιστρέφεται σε μετρητά, αλλά πάντως αφαιρείται από όσα οφείλει ο πολίτης στο κράτος
[
]
Μεταφράσεις
φόρος
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό 1
φόρος αρσενικό
- εισφορά σε χρήμα ή σε είδος που καταβάλλει ένας υπήκοος ή ένα εξαρτώμενο κράτος στον επικυρίαρχό του
- οποιαδήποτε πληρωμή χρηματικού ποσού
[
]
Ουσιαστικό 2
φόρος αρσενικό