φύση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φύση φύσεις
γενική φύσης
& φύσεως
φύσεων
αιτιατική φύση φύσεις
κλητική φύση φύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φύση < αρχαία ελληνική φύσις < φύω - φύομαι (φυτρώνω, βλασταίνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φύση θηλυκό

  1. ο φυσικός κόσμος, η πλάση, καθετί ανόργανο και οργανικό -συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου- που υπάρχει και μεταβάλλεται ανεξάρτητα από τη βούληση του ανθρώπου.
    Η αστροφυσική, η γεωλογία, η ωκεανολογία, η μετεωρολογία, η χημεία, η πυρηνική φυσική, ανατομία, η ιατρική, η γεωπονία και η οικολογία είναι μερικές από τις επιστήμες που μελετούν τη φύση, γι' αυτό ονομάζονται φυσικές επιστήμες.
  2. μέρος της επιφάνειας του πλανήτη Γη όπου δεν έχει παρέμβει ή εγκατασταθεί ο άνθρωπος
    άγρια φύση, η ομορφιά της φύσης
    η ορειβασία είναι ένας καλός τρόπος να βρεθεί κανείς κοντά στη φύση
  3. το ποιόν, η φτιασιά, ο βαθύτερος και ιδιαίτερος χαρακτήρας ενός ανθρώπου ή πράγματος
    η θνητή φύση του ανθρώπου
    η παροδική φύση ενός φαινομένου
    ο τάδε έχει καλλιτεχνική φύση, ο δείνα είναι φύσει αθυρόστομος και βωμολόχος
    συζητήθηκαν θέματα νομικής φύσεως
  4. (ευφημισμός) τα γεννητικά όργανα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • νεκρή φύση: όρος των καλών τεχνών για αναπαραστάσεις άψυχων αντικειμένων (π.χ. λουλουδιών, φρούτων κ.ά.)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]