φύση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
φύση θηλυκό
- ο φυσικός κόσμος, η πλάση, καθετί ανόργανο και οργανικό -συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου- που υπάρχει και μεταβάλλεται ανεξάρτητα από τη βούληση του ανθρώπου.
- Η αστροφυσική, η γεωλογία, η ωκεανολογία, η μετεωρολογία, η χημεία, η πυρηνική φυσική, ανατομία, η ιατρική, η γεωπονία και η οικολογία είναι μερικές από τις επιστήμες που μελετούν τη φύση, γι' αυτό ονομάζονται φυσικές επιστήμες.
- μέρος της επιφάνειας του πλανήτη Γη όπου δεν έχει παρέμβει ή εγκατασταθεί ο άνθρωπος
- άγρια φύση, η ομορφιά της φύσης
- η ορειβασία είναι ένας καλός τρόπος να βρεθεί κανείς κοντά στη φύση
- το ποιόν, η φτιασιά, ο βαθύτερος και ιδιαίτερος χαρακτήρας ενός ανθρώπου ή πράγματος
- η θνητή φύση του ανθρώπου
- η παροδική φύση ενός φαινομένου
- ο τάδε έχει καλλιτεχνική φύση, ο δείνα είναι φύσει αθυρόστομος και βωμολόχος
- συζητήθηκαν θέματα νομικής φύσεως
- (ευφημισμός) τα γεννητικά όργανα
[
]
Σύνθετα [
]
- σύμφυση, σύμφυτος
- έμφυτος
- ορμέμφυτος, το ορμέμφυτο
- επιπεφυκώς, επιπεφυκίτιδα
- κατάφυτος
- φυσιολογικός
- φυσιατρική, φυσίατρος
- φυσιογνωμία, φυσιογνωμιστής
- φυσιοθεραπεία, φυσιοθεραπευτής / φυσιοθεραπεύτρια
- φυσιολατρία,φυσιολάτρης, φυσιολατρικός
- φυσιοδίφης
- φυσιολογία
Πολυλεκτικός όρος [
]
- νεκρή φύση: όρος των καλών τεχνών για αναπαραστάσεις άψυχων αντικειμένων (π.χ. λουλουδιών, φρούτων κ.ά.)
Μεταφράσεις [
]
φύση