φύσημα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- φύσημα < αρχ. ελλ. φύσημα
Ουσιαστικό [
]
φύσημα
- μετακίνηση αέριας μάζας
- Το φύσημα του ανέμου
- εκπνοή αέρα απο το στόμα
- έξοδος αέρα και βλέννας από τη μύτη με δυνατή εκπνοή
- Το φύσημα της μύτης
- μη φυσιολογικος ήχος που οφείλεται σε στροβιλισμό του αίματος κατά την κυκλοφορία του και ο οποίος μπορεί να υποδηλώνει καρδιακή πάθηση
- (μεταφορικά) η αποπομπή, το διώξιμο, η απόλυση κάποιου (στη φράση έφαγε φύσημα ή πήρε φύσημα)
[
]
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
το φύσημα της καρδιάς