φώς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : φως, φῶς

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φώς < φάος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φώς αρσενικό, γεν. φωτός, πληθ. φῶτες

  1. άντρας, θνητός
    σύμβαλον ἀμφὶ νέκυι κατατεθνηῶτι μάχεσθαι δεινὸν ἀΰσαντες· μέγα δ' ἔβραχε τεύχεα φωτῶν. (Ομήρου Ιλιάδα, Π565-6)
    εἰς τὸν νεκρὸν ὁλόγυρα στὴν μάχην ἐπιασθῆκαν μὲ ἀλαλαγμόν˙ καὶ τ’ ἄρματα τῶν μαχητῶν βροντοῦσαν. (μετάφραση Πολυλά)