χάνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- χάνω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
χάνω
- παύω να έχω κάτι
- έχασε μια περιουσία στο χρηματιστήριο
- (για υλικά αντικείμενα) παύω να έχω κάτι και δεν ξέρω πού βρίσκεται
- έχασα ξανά τα κλειδιά, μήπως ξέρεις πού τα άφησα;
- (μεταφορικά)
- δεν αξίζει να χάνεις τον ύπνο σου γι' αυτό
- με τον τρόπο που χειρίστηκε την υπόθεση, έχασε την ευκαιρία να καθαρίσει το όνομά του
- δεν καταφέρνω να εκτελέσω μια ενέργεια
- 'έχασα το τελευταίο επεισόδιο της αγαπημένης μου σειρά στην τηλεόραση
- δεν προλαβαίνω κάτι
- άργησε τόσο πολύ που έχασε το τρένο κι αναγκάστηκε να περιμένει το επόμενο
- παύω να έχω επαφή με κάποιο πρόσωπο
- λόγω τεχνικών προβλημάτων
- κάνει διακοπές το τηλέφωνο και σε χάνω
- λόγω μετακίνησης σε μακρινό τόπο, απομόνωσης ή άλλων συνθηκών
- μετά από αυτό το γράμμα που μας έστειλε τον χάσαμε
- λόγω θανάτου
- ο φίλος μας έχασε τον πατέρα του
- λόγω τεχνικών προβλημάτων
- ηττώμαι σε αθλητικό ή άλλο αγώνα, δεν είμαι ο νικητής
- έχασε το κρίσιμο ματς η εθνική και δεν πέρασε στον ημιτελικό
- βλέπε και το λήμμα χάνομαι
Κλίση [
]
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Εκφράσεις [
]
- χάνω τα ίχνη κάποιου: δεν έχω πια επικοινωνία μαζί του, δεν ξέρω πού βρίσκεται
- έχασε τη ζωή του: πέθανε
- χάνω μάθημα
- αυτό το παιδί όλο ψάχνει αφορμή για να χάσει μάθημα