χάρις
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- χάρις < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
χάρις θηλυκό
- (καθαρεύουσα) χάριτα