[
]
- χέζω < αρχαία ελληνική χέζω
χέζω
- (χυδαίο) αφοδεύω
- (οικείο) μιλάω πολύ άσχημα σε κάποιον για να τον επαναφέρω στην τάξη
Συνώνυμα ξεχέζω
- (οικείο) παύω να ενδιαφέρομαι ή να ασχολούμαι με κάτι ή κάποιον (για να δοθεί έμφαση)
Συνώνυμα κλάνω, αφήνω
Εκφράσεις [
]
- μη χέσω: για να δείξουμε ότι απορρίπτουμε κάτι
- χέσε μέσα: σε έκφραση απογοήτευσης ή απαισιοδοξίας, επειδή τα πράγματα πήγαν ή θα πάνε στραβά
- χέσε ψηλά κι αγνάντευε
Συγγενικές λέξεις [
]
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
χέσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
χέζοντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
χέζω |
χέζεις |
χέζει |
χέζο(υ)με |
χέζετε |
χέζουν(ε) |
| παρατατικός |
έχεζα |
έχεζες |
έχεζε |
χέζαμε |
χέζατε |
έχεζαν |
| αόριστος |
έχεσα |
έχεσες |
έχεσε |
χέσαμε |
χέσατε |
έχεσαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα χέζω |
θα χέζεις |
θα χέζει |
θα χέζο(υ)με |
θα χέζετε |
θα χέζουν(ε) |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα χέσω |
θα χέσεις |
θα χέσει |
θα χέσο(υ)με |
θα χέσετε |
θα χέσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
έχω χέσει |
έχεις χέσει |
έχει χέσει |
έχο(υ)με χέσει |
έχετε χέσει |
έχουν(ε) χέσει |
| παρακείμενος β' |
έχω χεσμένο |
έχεις χεσμένο |
έχει χεσμένο |
έχο(υ)με χεσμένο |
έχετε χεσμένο |
έχουν(ε) χεσμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα χέσει |
είχες χέσει |
είχε χέσει |
είχαμε χέσει |
είχατε χέσει |
είχαν(ε) χέσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα χεσμένο |
είχες χεσμένο |
είχε χεσμένο |
είχαμε χεσμένο |
είχατε χεσμένο |
είχαν(ε) χεσμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω χέσει |
θα έχεις χέσει |
θα έχει χέσει |
θα έχο(υ)με χέσει |
θα έχετε χέσει |
θα έχουν(ε) χέσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω χεσμένο |
θα έχεις χεσμένο |
θα έχει χεσμένο |
θα έχο(υ)με χεσμένο |
θα έχετε χεσμένο |
θα έχουν(ε) χεσμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να χέζω |
να χέζεις |
να χέζει |
να χέζο(υ)με |
να χέζετε |
να χέζουν(ε) |
| αόριστος |
να χέσω |
να χέσεις |
να χέσει |
να χέσο(υ)με |
να χέσετε |
να χέσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
να έχω χέσει |
να έχεις χέσει |
να έχει χέσει |
να έχο(υ)με χέσει |
να έχετε χέσει |
να έχουν(ε) χέσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω χεσμένο |
να έχεις χεσμένο |
να έχει χεσμένο |
να έχο(υ)με χεσμένο |
να έχετε χεσμένο |
να έχουν(ε) χεσμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
χέζε |
|
|
χέζετε |
|
| αόριστος |
|
χέσε |
|
|
χέστε |
|
περιφραστικός
χρόνος |
παρακείμενος |
|
έχε χεσμένο |
|
|
έχετε χεσμένο |
|
|
[
]
χέζω < → Η ετυμολογία λείπει.
χέζω
- χέζω, αποπατώ