χέρσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική χέρσος χέρσα χέρσο
γενική χέρσου χέρσας χέρσου
αιτιατική χέρσο χέρσα χέρσο
κλητική χέρσε χέρσα χέρσο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χέρσοι χέρσες χέρσα
γενική χέρσων χέρσων χέρσων
αιτιατική χέρσους χέρσες χέρσα
κλητική χέρσοι χέρσες χέρσα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χέρσος < αρχαία ελληνική χέρσος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈçɛɾ.ɾsɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈçɛɾ.ɾsa/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈçɛɾ.ɾsɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

χέρσος, -α, -ο

  • που δεν έχει καλλιεργηθεί ή δεν μπορεί να καλλιεργηθεί
η μόνη περιουσία που έχει είναι ένα χέρσο χωράφι που δεν αξίζει τίποτε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χέρσος < συγγενές αλλά αρχαιότερο του χερμάς, ίσως συγγενές και με χέραδος ή χείρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χέρσος, ος, ον ή χέρρος στους Αττικούς

  1. ξηρά σε αντιδιαστολή προς τον πόντο
    ἐν πόντῳ νᾶες, ἐνχέρσῳ πόλεμοι
    κύματα μακρὰ κυλινδόμενα προτὶ χέρσον
    χέρσῳ : από ξηράς


Open book 01.svg Επίθετο[]

χέρσος, ος, ον ή χέρρος στους Αττικούς

  1. και επίθετο μετά την εποχή του Ομήρου, άνυδρος, άγονος χώρα
    στύφλος δὲ γῆ καί χέρσος (Σοφοκλής)
  2. (μεταφορικά) η στείρα γυναίκα ή εκείνη που δεν έκανε παιδιά
    χέρσους φθαρῆναι κἀγάμους (Σοφοκλής)
  3. στερημένος από κάτι
    Ἀγαμέμνονος δὲ τύμβος ἠτιμασμένος οὔπω χοάς ποτ᾽ οὐδὲ κλῶνα μυρσίνης ἔλαβε, πυρὰ δὲ χέρσος ἀγλαϊσμάτων.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]