χήνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χήνα χήνες
γενική χήνας χηνών
αιτιατική χήνα χήνες
κλητική χήνα χήνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χήνα < αρχαία ελληνική χήν

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /ˈçi.na/

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

χήνα

χήνα θηλυκό

  1. (ορνιθολογία) νηκτικό πτηνό, με λευκό ή γκρίζο χρώμα, μοιάζει με την πάπια, έχει μακρύ λαιμό
  2. εύπιστος άνθρωπος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αφελής, κουτός
  3. (αργκό) λεγόταν παλιότερα για το χιλιόδραχμο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα []

32πχ Μεταφράσεις []