χήρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χήρα | χήρες |
| γενική | χήρας | χηρών |
| αιτιατική | χήρα | χήρες |
| κλητική | χήρα | χήρες |
[
]
Ετυμολογία
- χήρα < αρχαία ελληνική χήρα
[
]
[
]
Ουσιαστικό
χήρα θηλυκό
- γυναίκα που έχει πεθάνει ο νόμιμος σύζυγός της και δεν έχει παντρευτεί
- (σπάνιο) η ζωντοχήρα
[
]
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- χήρα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
χήρα θηλυκό