χαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαίνω < αρχαία ελληνική χαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαίνω

(λόγιο)
  1. (κυριολεκτικά) χάσκω, είμαι ανοιχτός
    Κατά την διασταύρωσιν της οδού Μητροπόλεως εξακολουθεί να χαίνει λάκκος πλήρης ακαθάρτου υγρού, το οποίον ουδέποτε κατώρθωσαν αι ηλιακαί ακτίνες ν' απορροφήσουν εντελώς. (Εμμανουήλ Ροΐδης, Περίπατοι εις τας Αθήνας)
  2. (μεταφορικά) είμαι ακόμα ανοιχτός
    Ωστόσο η ανοιχτή πληγή που χαίνει παραμένει το Ασφαλιστικό, δεδομένου ότι η διατήρηση της ανεργίας στα επίπεδα του 26%, η επικείμενη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών αλλά και τα μεγάλα χρέη που έχουν σωρευτεί στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης απειλούν εκ νέου τη βιωσιμότητα του συστήματος. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαίνω < συγγενές του χάσκω και πιθανόν συγγενές και ομόρριζο των χαλάω και χάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαίνω

  1. χάσκω, ανοίγω το στόμα (από αμηχανία, κούραση, ανία, θαυμασμό, περιέργεια)
  2. χασμουριέμαι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

  • τύποι που απαντούν
παρατατ. ἔχανον, μέλλ. χανοῦμαι παρακ. ως ενεστώρας κέχηνα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τότε μοι χάνοι εὐρεῖα χθών: ας ανοίξει η γη να με καταπιεί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]