χαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χαίνω < αρχαία ελληνική χαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[]

χαίνω

  1. χάσκω,
    Η γη 'χαίνει απότομα (σε γκρεμό)
  2. είμαι ακόμα ανοιχτός
    Η πληγή του Κυπριακού εξακολουθεί να χαίνει

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χαίνω < συγγενές του χάσκω και πιθανόν συγγενές και ομόρριζο των χαλάω και χάζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

χαίνω

  1. χάσκω, ανοίγω το στόμα (από αμηχανία, κούραση, ανία, θαυμασμό, περιέργεια)
  2. χασμουριέμαι

Plume ombre.png Κλίση[]

  • τύποι που απαντούν
παρατατ. ἔχανον, μέλλ. χανοῦμαι παρακ. ως ενεστώρας κέχηνα

Εκφράσεις[]

  • τότε μοι χάνοι εὐρεῖα χθών : ας ανοίξει η γη να με καταπιεί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]