χαίρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χαίρω < αρχαία ελληνική χαίρω < χαρά

Open book 01.svg Ρήμα[]

χαίρω παρατ. έχαιρα μελλ. εξ. θα χαίρω μτχ. -χαίροντας μόνο στα σύνθετα (επιχαίροντας, συγχαίροντας)

  1. νιώθω χαρά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγάλλομαι, αναγαλλιάζω, χαίρομαι
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: τυγχάνω
  2. έχω, κατέχω
    χαίρει ειδικής μεταχείρισης (τον περιποιούνται, τον εξαιρούν από κάτι που ισχύει για τους πολλούς)
    "χαίρει εκτίμησης"
    χαίρει άκρας υγείας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τυγχάνω, απολαμβάνω
  3. το β΄ πρόσωπο πληθ. του ενεστ. χαίρετε ως προσφώνηση και κόσμιος χαιρετισμός-αποχαιρετισμός
    Χαίρετε, θα μπορούσα μήπως να δανειστώ τον αναπτήρα σας;
    (στο τηλέφωνο) Χαίρετε Θα μπορούσα να μιλήσω με τον κ. Παπαδάκη;
    Περάσαμε θαυμάσια, αλλά ώρα να σας καληνυχτίσουμε. Χαίρετε
  4. το β΄ πρόσωπο πληθ. ως επίλογος φράσης, απότομα και κοφτά, για να κλείσει μια συζήτηση και μια συνάντηση, όπου το χαίρετε συνιστά διακριτικά αγενή και ξερό αποχαιρετισμό
    Δεν νομίζω να ζήτησα πολλά, αλλά αφού δεν ευκαιρείς, χαίρετε!!!


Εκφράσεις[]

  • να σε χαρώ (θαυμασμός, χαρά ή ειρωνία)
  • Χαίρε Μαρία (απόδοση του Ave Maria αλλά και χαιρετισμός προς την Παναγία από τον αρχάγγελο)
  • χαίρω πολύ και χαίρω πολύ για την γνωριμία (στις συτάσεις με ένα άνθρωπο που πρωτογνωρίζουμε)
  • χαίρω πολύ (ειρωνικά, όταν μας λένε κάτι αυτονόητο ή για κάτι που πάει κάποιος να κάνει πολύ αργά και το έχουμε ήδη κάνει εμείς)
  • να με χαρείς! (σε εξορκίζω, σε δεσμεύω με όρκο, διαφορετικά θα πεθάνω)
  • να μη χαρείς... (κατάρα)

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


δείτε τη λέξη: χαίρε και χαίρομαι

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χαίρω < χαρά

Open book 01.svg Ρήμα[]

χαίρω, χαΐα, χάιον

  1. χαίρομαι
    ἥδομαι καὶ χαίρομαι κεὐφραίνομαι
  2. χαιρετώ
    χαῖρ᾽, ἐσθλὸς ἐσθλοῦ παῖς, τύραννε τῆσδε γῆς, Ἕκτορ. Παλαιᾷ σ᾽ ἡμέρᾳ προσεννέπω.Χαίρω δέ σ᾽ εὐτυχοῦντα καὶ προσήμενον πύργοισιν ἐχθρῶν: Χαίρε, γενναίε Έκτορα, παιδί γενναίου, άρχοντα αυτής της γης. Μετά από μια μακρά ημέρα σε χαιρετίζω. Χαίρομαι για την επιτυχία σου, να σε βλέπω στρατοπεδευμένο...
  3. αποχαιρετώ μια παλιά μου σκέψη, την ξεχνώ, αλλάζω γνώμη
    χαιρέτω βουλεύματα τά πρόσθεν


Plume ombre.png Κλίση[]

  • τύποι που απαντούν
Ενεργ. μέλλ. χαιρήσω και κεχαρήσω και χαρῶ αορ. ἐχαίρησα, παρακ. κεχάρηκα
Μέση <χαίρομαι>, μέλ.χαροῦμαι, χαρήσομαι, κεχαρήσομαι, αόρ. ἐχηράμην, χεράμην, κεχαρόμην, ἐχάρην, παρακ. κεχάρημαι


Εκφράσεις[]

  • οὐ χαιρήσεις: δεν θα χαρείς για πολύ (θα το πληρώσεις στο μέλλον)
  • χαῖρε, χαίρετον (δυικός) χαίρετε (χαιρετισμός όπως σήμερα) και μάλα χαῖρε, θεοὶ δέ τοι ὄλβια δοῖεν και χαῖρέ μοι
  • (εἴτε δὲ ἐγένετό τις Σάλμοξις ἄνθρωπος, εἴτ᾽ ἐστὶ δαίμων τις Γέτῃσι οὗτος ἐπιχώριος,) χαιρέτω. : (δεν μπορώ να ξέρω αν ήταν άνθρωπος ή θεότητα των Γετών,) αυτό το θέμα το αφήνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]