χαίρω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- χαίρω < αρχαία ελληνική χαίρω < χαρά
Ρήμα [
]
χαίρω
- νιώθω χαρά
- έχω, κατέχω
- χαίρει ειδικής μεταχείρισης (τον περιποιούνται, τον εξαιρούν από κάτι που ισχύει για τους πολλούς)
- "χαίρει εκτίμησης"
Εκφράσεις [
]
- να σε χαρώ
- Χαίρε Μαρία
- χαίρετε
- χαίρω πολύ
- να με χαρείς! (σε εξορκίζω, σε δεσμεύω με όρκο, διαφορετικά θα πεθάνω)
- να μη χαρείς... (κατάρα)