χαλί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χαλί | χαλιά |
| γενική | χαλιού | χαλιών |
| αιτιατική | χαλί | χαλιά |
| κλητική | χαλί | χαλιά |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
χαλί ουδέτερο
- κάλυμμα για το πάτωμα από βαρύ, συνήθως διακοσμημένο, ύφασμα
[
]
Συνώνυμα
[
] Εκφράσεις
- να γίνω χαλί να με πατήσεις