χαρά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χαρά | χαρές |
| γενική | χαράς | χαρών |
| αιτιατική | χαρά | χαρές |
| κλητική | χαρά | χαρές |
[
]
Ετυμολογία
- χαρά < αρχαία ελληνική χαρά
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
χαρά θηλυκό
- συναίσθημα ευχαρίστησης για μια κατάσταση
- (στον πληθυντικό) ένα σύνολο από ευχάριστα πράγματα
- καιρός να απολαύσουμε τις χαρές του καλοκαιριού
[
] Εκφράσεις
- γεια χαρά : γεια (σου / σας)
- δίνω χαρά σε κάποιον : προκαλώ ευχαρίστηση σε κάποιον
- (είμαι) μια χαρά / μια χαρούλα : είμαι σε καλή κατάσταση
- κάνω χαρές : εκφράζω την ευχαρίστησή μου
- μετά χαράς : με μεγάλη ευχαρίστηση
- παιδική χαρά : ειδικά διαμορφωμένος χώρος με υπαίθρια παιχνίδια
- χαρά Θεού : ηλιόλουστη μέρα
- χαρά σ' αυτόν που... : είναι τυχερός που....
- χαράς ευγγέλια : χαρμόσυνη είδηση
- στις χαρές σου: (ευχή) στους γάμους σου