χαρίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- χαρίζω < ελληνιστική κοινή χαρίζω / χαρίζομαι
Ρήμα [
]
χαρίζω
- προσφέρω ως δώρο αντικείμενο ή αφηρημένη έννοια ή ζώο. Δίνω κάτι χωρίς να περιμένω αντάλλαγμα
- "Αχ, μ' αρέσει το στιλό σου. Μου το χαρίζεις;"
- απαλλάσσω από υποχρέωση, ποινή, οικονομικό χρέος
- "το δικαστήριο του χάρισε την ποινή"
- "Πρόσεχε με δαύτον. Δεν χαρίζει" (για αυστηρούς ή τσιγκούνηδες)
Έκφραση [
]
- δεν χαρίζει κάστανα: δεν συγχωρεί εύκολα, δεν κάνει χάρες
Μεταφράσεις [
]
χαρίζω