χαρακτήρας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χαρακτήρας | χαρακτήρες |
| γενική | χαρακτήρα | χαρακτήρων |
| αιτιατική | χαρακτήρα | χαρακτήρες |
| κλητική | χαρακτήρα | χαρακτήρες |
Ετυμολογία [
]
- χαρακτήρας < αρχαία ελληνική χαρακτήρ
Ουσιαστικό [
]
χαρακτήρας αρσενικό
- στον άνθρωπο, το σύνολο των βασικών ιδιοτήτων (πνευματικων και ιδιοσυγκρασιακών) που τον χαρακτηρίζουν και το ξεχωρίζουν από τους άλλους και το οποίο καθορίζεται από τα γονίδια, την ανατροφή, τις περιβαλλοντικές επιρροές και τα βιώματα
- Έχει περίεργο χαρακτήρα, είναι καλός και τίμιος, αλλά κυκλοθυμικός και απρόβλεπτος
- το ηθικό ανάστημα ή απλώς η σταθερότητα στις αρχές ή τις απόψεις
- Ο Κώστας έχει χαρακτήρα (:είναι αξιόπιστος, σταθερός)
- τα βασικά χαρακτηριστικά, οι βασικες ιδιότητες που ξεχωρίζουν κάτι από τα όμοιά του
- ο γραφικός χαρακτήρας ενός ατόμου σε αντιδιαστολή προς άλλες γραφές, ο τουριστικός/βιομηχανικός χαρακτήρας μιας περιοχής σε αντιδιαστολή προς περιοχές με άλλη χρήση γης, ο ενημερωτικός χαρακτήρας μιας τηλεοπτικής εκπομπής σε αντιδιαστολή προς ψυχαγωγικές εκπομπές
- πτυχή μιας δραστηριότητας ή παράλληλος ρόλος/λειτουργία πέρα από εκείνον που της αποδίδει η πλειοψηφία
- ο κοινωνικός χαρακτήρας της τέχνης
- τα άτομα που παρουσιάζονται σε ένα λογοτεχνικό έργο, οι ήρωες
- τα γράμματα ή στοιχεία
- ελληνικοί χαρακτήρες, λατινικοί χαρακτήρες, αραβικοί χαρακτήρες
- το τελευταίο γράμμα του θέματος πριν από την κατάληξη μιας λέξης
- Στη λέξη χαρακτήρ-ας, ο χαρακτήρας του θέματος είναι το ρ
Έκφραση [
]
- κρατάω/δείχνω χαρακτήρα : Δεν υποχωρώ σε πιέσεις, μένω πιστός στις αρχές μου ή στις απόψεις μου.