χαραμοφάης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαραμοφάης χαραμοφάηδες
γενική χαραμοφάη χαραμοφάηδων
αιτιατική χαραμοφάη χαραμοφάηδες
κλητική χαραμοφάη χαραμοφάηδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χαραμοφάης < χαράμι + -φά ( < αοριστικό θέμα του τρώω) + -ης

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /xa.ɾa.mɔ.ˈfa.is/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

χαραμοφάης αρσενικό, χαραμοφάισσα θηλυκό

  1. αυτός που ζει χωρίς να δουλεύει
  2. αυτός που δεν δουλεύει αρκετά ώστε να δικαιολογεί την αμοιβή του

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες