χαραμοφάης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαραμοφάης χαραμοφάηδες
γενική χαραμοφάη χαραμοφάηδων
αιτιατική χαραμοφάη χαραμοφάηδες
κλητική χαραμοφάη χαραμοφάηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χαραμοφάης < χαράμι (< τουρκική harami < αραβική حرام) + φάω ( < αοριστικό θέμα του τρώω) + -ης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /xa.ɾa.mɔ.ˈfa.is/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χαραμοφάης αρσενικό (θηλυκό: χαραμοφάισσα)

  1. αυτός που ζει χωρίς να δουλεύει
  2. αυτός που δεν δουλεύει αρκετά, ώστε να δικαιολογεί την αμοιβή του

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]