χαρούμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαρούμενος < από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος χαίρομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

χαρούμενος, -η, -ο

  1. που νιώθει χαρά
    είμαι χαρούμενος που σας βλέπω
  2. που γενικά είναι ευδιάθετος
    ήταν τόσο χαρούμενος άνθρωπος, αλλά αυτό το γεγονός τον άλλαξε ριζικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]