χαϊδεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χαϊδεύω < χάιδι ή χάδι < μεσαιωνική ελληνική ηχάδιον με σημασία νανούρισμα, κανάκεμα < αρχαία ελληνική ήχος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /xa͜i.ˈðɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

χαϊδεύω , παρατ.: χάιδευα, στιγμ. μέλλ.: θα χαϊδέψω, αόρ.: χάιδεψα , παθ.φωνή: χαϊδεύομαι , μτχ.π.π.: χαϊδεμένος

  1. ψαύω απαλά με τα δάκτυλα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: θωπεύω
  2. εκφράζω τρυφερότητα
  3. περιποιούμαι

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]