χαϊδεύω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- χαϊδεύω < χάιδι ή χάδι < μεσαιωνική ελληνική ηχάδιον με σημασία νανούρισμα, κανάκεμα < αρχαία ελληνική ήχος
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /xai.ˈðɛ.vɔ/
[
]
Ρήμα
χαϊδεύω , παρατ.: χάιδευα, στιγμ. μέλλ.: θα χαϊδέψω, αόρ.: χάιδεψα , παθ.φωνή: χαϊδεύομαι , μτχ.π.π.: χαϊδεμένος
- ψαύω απαλά με τα δάκτυλα
- εκφράζω τρυφερότητα
- περιποιούμαι