χειροπέδη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χειροπέδη χειροπέδες
γενική χειροπέδης
αιτιατική χειροπέδη χειροπέδες
κλητική χειροπέδη χειροπέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χειροπέδη < ελληνιστική κοινή < χείρ + πέδη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χειροπέδη θηλυκό, συνήθως στον πληθυντικό χειροπέδες

  1. το καθένα από τα δύο κυκλικά μεταλλικά αντικείμενα που συνδέονται μεταξύ τους με αλυσίδα και φοριούνται από την αστυνομία στους καρπούς ενός κρατουμένου


32πχ Μεταφράσεις[]