χειροπέδη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χειροπέδη χειροπέδες
γενική χειροπέδης
αιτιατική χειροπέδη χειροπέδες
κλητική χειροπέδη χειροπέδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χειροπέδη < ελληνιστική κοινή < χείρ + πέδη

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

χειροπέδη θηλυκό, συνήθως στον πληθυντικό χειροπέδες

  1. το καθένα από τα δύο κυκλικά μεταλλικά αντικείμενα που συνδέονται μεταξύ τους με αλυσίδα και φοριούνται από την αστυνομία στους καρπούς ενός κρατουμένου


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες