χειροπιαστός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | χειροπιαστός | χειροπιαστή | χειροπιαστό |
| γενική | χειροπιαστού | χειροπιαστής | χειροπιαστού |
| αιτιατική | χειροπιαστό | χειροπιαστή | χειροπιαστό |
| κλητική | χειροπιαστέ | χειροπιαστή | χειροπιαστό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | χειροπιαστοί | χειροπιαστές | χειροπιαστά |
| γενική | χειροπιαστών | χειροπιαστών | χειροπιαστών |
| αιτιατική | χειροπιαστούς | χειροπιαστές | χειροπιαστά |
| κλητική | χειροπιαστοί | χειροπιαστές | χειροπιαστά |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /çi.ɾɔ.pça.ˈstɔs/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /çi.ɾɔ.pça.ˈsti/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /çi.ɾɔ.pça.ˈstɔ/ ουδέτερο
[
]
Επίθετο
χειροπιαστός, -ή, -ό
- που κάποιος μπορεί να τον πιάσει με τα χέρια του
- (μεταφορικά) που είναι τόσο αληθινός, ώστε δεν μπορεί να αμφισβητηθεί
[
]
Μεταφράσεις
χειροπιαστός