χειρουργός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χειρουργός < ελληνιστική κοινή ως προς την έννοια < αρχαία ελληνική χειρουργός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χειρουργός αρσενικό ή θηλυκό

  • γιατρός ο οποίος με τη χρήση ειδικών εργαλείων εκτελεί ιατρικές πράξεις (εγχειρήσεις) απευθείας στους ιστούς του ανθρώπινου σώματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χειρουργός < χείρ και ἔργον


Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χειρουργός αρσενικό
  1. αυτός που εργάζεται με τα χέρια του, κάνει κάτι με τα ίδια του τα χέρια
    χειρουργός προς την γραφικήν
  2. φονιάς, που σκοτώνει κάπoιον κυριολεκτικά ή μεταφορικά με τα χέρια του, ο αυτουργός
  3. χειρουργός, γιατρός
    Ἐὰν δὲ ὁ τοῦ Ἑρμοῦ καὶ ὁ τοῦ Ἄρεως ἅμα τὴν κυρίαν λάβωσι τῆς πράξεως, ποιοῦσιν ἀνδριαντοποιούς, ὁπλουργούς,... παλαιστάς, ἰατρούς, χειρουργούς, κατηγόρους, μοιχικούς, κακοπράγμονας, πλαστογράφους : όταν έχουν κυρίαρχες θέσεις στις ενέργειες ο Ερμής και ο Άρης, τότε δημιουργούν γλύπτες, οπλουργούς,... παλαιστές, γιατρούς, χειρουργούς, εισαγγελείς, άτομα που αποπλανούν ερωτικά, με προδιάθεση στο κακό, πλαστογράφους (Τετράβιβλος, 180, στο 4ο βιβλίο, Πτολεμαίος)