χερσόνησος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- χερσόνησος < αρχαία ελληνική χερσόνησος < χερσαῖος + νῆσος
[
]
Ουσιαστικό
χερσόνησος θηλυκό
- (γεωγραφία) τμήμα ξηράς, μικρής ή μεγάλης έκτασης, που εισχωρεί μέσα στη θάλασσα με συνέπεια να βρέχεται απ΄ αυτή από τρεις πλευρές