χημικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χημικός χημικοί
γενική χημικού χημικών
αιτιατική χημικό χημικούς
κλητική χημικέ χημικοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χημικός < χημ-εία + -ικός


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /çι.μι.ˈkɔs/


Open book 01.svg Επίθετο[]

χημικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στην επιστήμη της χημείας και τα υλικά σώματα από τη σκοπιά που τα εξετάζει η επιστήμη αυτή
    χημικό εργαστήριο, χημικές ιδιότητες


32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χημικός αρσενικό

  1. ο επιστήμονας που ασχολείται με τη χημεία


32πχ Μεταφράσεις[]