χιονίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιονίζω < αρχαία ελληνική χιονίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χιονίζω

  1. ρίχνω χιόνι

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Το ρήμα χρησιμοποιείται μόνο ως απρόσωπο (χιονίζει) - σπανιότατη είναι η χρήση του στα άλλα πρόσωπα

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χιονίζω < χιών

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χιονίζω, ος, ον

  1. ρίχνει χιόνι (ο Θεός), σε απαρέμφατο ή στο γ πρόσωπο γενικά χιονίζει, πέφτει χιόνι
    πᾶσα ἀνάγκη ἐστὶ ὗσαι ἐν πέντε ἡμέρῃσι, ὥστε, εἰ ἐχιόνιζε ὕετο ἂν ταῦτα τὰ χωρία : ...ώστε αν χιόνιζε... (Ηρόδοτος)
    οὐ τὸν περὶ τὴν μεσημβρίαν τόπον χιονίζεσθαι, καθάπερ εἴρηκεν Εὐριπίδης καὶ Ἀναξαγόρας, ἀλλὰ τὸν περὶ τὰς ἄρκτους, καὶ τοῦτο ἐμφανὲς εἶναι πᾶσι