χιόνι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χιόνι | χιόνια |
| Γενική | χιονιού | χιονιών |
| Αιτιατική | χιόνι | χιόνια |
| Κλητική | χιόνι | χιόνια |
Ετυμολογία
Προφορά
Ουσιαστικό
σπίτια καλυμμένα με χιόνι
χιόνι ουδέτερο
- καιρικό φαινόμενο κατά στο οποίο οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας κρυσταλλοποιούνται από το κρύο και πέφτουν στη γη με τη μορφή νιφάδων
- χιόνια έρχονται από το βορρά τις επόμενες μέρες
- (συνεκδοχικά) οι ίδιες οι νιφάδες και το στρώμα που σχηματίζουν στη γη
- το χιόνι κάλυψε τα πάντα μέσα σε μια νύχτα
- (μεταφορικά) οι μικρές κουκκίδες που εμφανίζονται στην τηλεόραση λόγω κακής μετάδοσης ή λήψης του τηλεοπτικού σήματος. Λέγονται και παράσιτα
- δε βλέπω τίποτε στην οθόνη! Έχει γεμίσει χιόνια
Επίθετο
χιόνι (μεταφορικά)
- πάρα πολύ άσπρος, ολόλευκος
- μαλλιά χιόνι
- κρύος, ψυχρός, παγωμένος
- πρέπει να μπεις μέσα, θα γίνεις χιόνι
Εκφράσεις
- (μετεωρολογία) γραμμή αιώνιου / διαρκούς χιονιού: το πιο χαμηλό σημείο πάνω από το οποίο το χιόνι δε λειώνει ποτέ, ούτε το καλοκαίρι
- (παροιμία) μαθημένα τα βουνά στα χιόνια: λέγεται για άνθρώπους που έχουν συνηθίσει στις ταλαιπωρίες και για αυτό έχουν αντοχή στις δύσκολες στιγμές
- σαν τα χιόνια!: λέγεται για κάποιον που εμφανίζεται μετά από μεγάλη απουσία
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Δείτε επίσης
- χιόνι στη Βικιπαίδεια
