χιόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χιόνι χιόνια
γενική χιονιού χιονιών
αιτιατική χιόνι χιόνια
κλητική χιόνι χιόνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χιόνι < ελληνιστική κοινή χιόνιον < αρχαία ελληνική χιών ή χιώνη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈçɔ.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπίτια καλυμμένα με χιόνι

χιόνι ουδέτερο

  1. καιρικό φαινόμενο κατά στο οποίο οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας κρυσταλλοποιούνται από το κρύο και πέφτουν στη γη με τη μορφή νιφάδων
    χιόνια έρχονται από το βορρά τις επόμενες μέρες
  2. (συνεκδοχικά) οι ίδιες οι νιφάδες και το στρώμα που σχηματίζουν στη γη
    το χιόνι κάλυψε τα πάντα μέσα σε μια νύχτα
  3. (μεταφορικά) οι μικρές κουκκίδες που εμφανίζονται στην τηλεόραση λόγω κακής μετάδοσης ή λήψης του τηλεοπτικού σήματος. Λέγονται και παράσιτα
    δε βλέπω τίποτε στην οθόνη! Έχει γεμίσει χιόνια


Εκφράσεις[]

  • (μετεωρολογία) γραμμή αιώνιου / διαρκούς χιονιού: το πιο χαμηλό σημείο πάνω από το οποίο το χιόνι δε λειώνει ποτέ, ούτε το καλοκαίρι
  • σαν τα χιόνια!: λέγεται για κάποιον που εμφανίζεται μετά από μεγάλη απουσία

Παροιμίες[]

  • μαθημένα τα βουνά στα χιόνια: λέγεται για άνθρώπους που έχουν συνηθίσει στις ταλαιπωρίες και για αυτό έχουν αντοχή στις δύσκολες στιγμές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Επίθετο[]

χιόνι (μεταφορικά)

  1. πάρα πολύ άσπρος, ολόλευκος
    μαλλιά χιόνι
  2. κρύος, ψυχρός, παγωμένος
    πρέπει να μπεις μέσα, θα γίνεις χιόνι