χιόνι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χιόνι | χιόνια |
| γενική | χιονιού | χιονιών |
| αιτιατική | χιόνι | χιόνια |
| κλητική | χιόνι | χιόνια |
[
]
Ετυμολογία
- χιόνι < ελληνιστική κοινή χιόνιον < αρχαία ελληνική χιών ή χιώνη
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
σπίτια καλυμμένα με χιόνι
χιόνι ουδέτερο
- καιρικό φαινόμενο κατά στο οποίο οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας κρυσταλλοποιούνται από το κρύο και πέφτουν στη γη με τη μορφή νιφάδων
- χιόνια έρχονται από το βορρά τις επόμενες μέρες
- (συνεκδοχικά) οι ίδιες οι νιφάδες και το στρώμα που σχηματίζουν στη γη
- το χιόνι κάλυψε τα πάντα μέσα σε μια νύχτα
- (μεταφορικά) οι μικρές κουκκίδες που εμφανίζονται στην τηλεόραση λόγω κακής μετάδοσης ή λήψης του τηλεοπτικού σήματος. Λέγονται και παράσιτα
- δε βλέπω τίποτε στην οθόνη! Έχει γεμίσει χιόνια
[
] Εκφράσεις
- (μετεωρολογία) γραμμή αιώνιου / διαρκούς χιονιού: το πιο χαμηλό σημείο πάνω από το οποίο το χιόνι δε λειώνει ποτέ, ούτε το καλοκαίρι
- σαν τα χιόνια!: λέγεται για κάποιον που εμφανίζεται μετά από μεγάλη απουσία
[
] Παροιμίες
- μαθημένα τα βουνά στα χιόνια: λέγεται για άνθρώπους που έχουν συνηθίσει στις ταλαιπωρίες και για αυτό έχουν αντοχή στις δύσκολες στιγμές
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Δείτε επίσης
- χιόνι στη Βικιπαίδεια

[
]
Μεταφράσεις
χιόνι
[
]
Επίθετο
χιόνι (μεταφορικά)