χιών
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- χιών < αρχαία ελληνική χιών
Ουσιαστικό [
]
χιών θηλυκό
- (καθαρεύουσα) το χιόνι
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χιών | χιόνε | χιόνες |
| Γενική | χιόνος | χιόνοιν | χιόνων |
| Δοτική | χιόνι | χιόνοιν | χιόσι(ν) |
| Αιτιατική | χιόνα | χιόνε | χιόνας |
| Κλητική | χιών | χιόνε | χιόνες |
Ουσιαστικό [
]
χιών θηλυκό
- το χιόνι
- το παγωμένο νερό