χλωμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- χλωμός < → δείτε τη λέξη: χλομός
[
]
Επίθετο
χλωμός -ή -ό και χλομός
- (για άνθρωπο) που έχει χάσει λόγω αδιαθεσίας ή φόβου, ταραχής ή άλλου συναισθήματος το φυσιολογικό χρώμα του, κυρίως στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να φαίνεται ωχρός, πελιδνός, υποκίτρινος
- (για το φως) αμυδρός, αδύναμος
[
] Εκφράσεις
- το βλέπω χλωμό: για κάτι που είναι μάλλον απίθανο να συμβεί, πχ για υπόσχεση που είναι δύσκολο να δοθεί