χλώριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χλώριο < (καθαρεύουσα) χλώριον (από το χρώμα του, το κιτρινοπράσινο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χλώριο

  • χημικό στοιχείο με έντονη οσμή και με τοξικότητα, που ερεθίζει τους βλεννογόνους και το δέρμα, και το οποίο χρησιμποιείται για λεύκανση υφασμάτων και χαρτιών υγείας ή γενικά χαρτοπολτού, καθώς και για απολύμανση (νερού, χώρων κ.α.)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []


32πχ Μεταφράσεις[]