χολή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χολή | χολές |
| γενική | χολής | χολών |
| αιτιατική | χολή | χολές |
| κλητική | χολή | χολές |
[
]
Ετυμολογία
- χολή < αρχαία ελληνική χολή
[
]
Ουσιαστικό
χολή θηλυκό
- η χοληδόχος κύστη
- πικρό και πρασινωπό παχύρρευστο υγρό που εκκρίνεται από το συκώτι
- (μεταφορικά) κακία
- μιλούσε και τα λόγια ττου έσταζαν χολή
[
] Εκφράσεις
- μου έκοψε τη χολή: με αιφνιδίασε και με τρόμαξε, με κοψοχόλιασε
[
]
[
]
Σύνθετα
- μελαγχολία, μελαγχολώ, μελαγχολικός
- πικρόχολος
- χοληδόχος
- χοληστερίνη
- χοληστερόλη
- χοληφόρος
- χολοκυστεκτομή
- χολοκυστίτιδα
- χολοκυστογραφία
- χολολιθίαση
- χολόλιθος
- χολοσκάω