χολή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χολή χολές
γενική χολής χολών
αιτιατική χολή χολές
κλητική χολή χολές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χολή < αρχαία ελληνική χολή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χολή θηλυκό

  1. η χοληδόχος κύστη
  2. πικρό και πρασινωπό παχύρρευστο υγρό που εκκρίνεται από το συκώτι
  3. (μεταφορικά) κακία
  4. μιλούσε και τα λόγια ττου έσταζαν χολή

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]