χοντροκέφαλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- χοντροκέφαλος < χοντρο- + κεφαλ- (< κεφάλι) + -ος
[
]
Επίθετο
χοντροκέφαλος
- αυτός που έχει χοντρό κεφάλι
- αυτός που δύσκολα μαθαίνει ή καταλαβαίνει, που δε διακρίνεται για την εξυπνάδα του
- ο ισχυρογνώμονας, ο πεισματάρης