χοντρός

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός
Ονομαστική χοντρός χοντρή χοντρό
Γενική χοντρού χοντρής χοντρού
Αιτιατική χοντρό χοντρή χοντρό
Κλητική χοντρέ χοντρή χοντρό
Πτώση Πληθυντικός
Ονομαστική χοντροί χοντρές χοντρά
Γενική χοντρών χοντρών χοντρών
Αιτιατική χοντρούς χοντρές χοντρά
Κλητική χοντροί χοντρές χοντρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χοντρός < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)


Open book 01.svg Επίθετο

χοντρός -ή -ό

  1. (για άνθρωπο) που έχει μεγάλο όγκο σε σχέση με το ύψος του, παχύς
  2. (για αντικείμενα) που έχει μεγάλη διάμετρο
    ένα χοντρό κλαδί
  3. (μεταφορικά) σοβαρός ως προς τις συνέπειές του
    χοντρή παρεξήγηση
  4. άγαρμπος, χωρίς καλλιέργεια και διακριτικότητα
    χοντρό αστείο

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες