χοντρός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | ||
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χοντρός | χοντρή | χοντρό |
| Γενική | χοντρού | χοντρής | χοντρού |
| Αιτιατική | χοντρό | χοντρή | χοντρό |
| Κλητική | χοντρέ | χοντρή | χοντρό |
| Πτώση | Πληθυντικός | ||
| Ονομαστική | χοντροί | χοντρές | χοντρά |
| Γενική | χοντρών | χοντρών | χοντρών |
| Αιτιατική | χοντρούς | χοντρές | χοντρά |
| Κλητική | χοντροί | χοντρές | χοντρά |
Ετυμολογία
- χοντρός < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Επίθετο
χοντρός -ή -ό
- (για άνθρωπο) που έχει μεγάλο όγκο σε σχέση με το ύψος του, παχύς
- (για αντικείμενα) που έχει μεγάλη διάμετρο
- ένα χοντρό κλαδί
- (μεταφορικά) σοβαρός ως προς τις συνέπειές του
- χοντρή παρεξήγηση
- άγαρμπος, χωρίς καλλιέργεια και διακριτικότητα
- χοντρό αστείο