χορεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χορεύω < αρχαία ελληνική χορεύω

Open book 01.svg Ρήμα[]

χορεύω

  1. κινούμαι με ρυθμό, με ή χωρίς μουσική
  2. τυραννάω κάποιον ή κάποιαν, τον "στρώνω", τον εκδικούμαι, τον τσιτσιρίζω, τον βασανίζω
    Θα τον χορέψω στο ταψί

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χορεύω < χορός + -εύω

Open book 01.svg Ρήμα[]

χορεύω

  1. μετέχω σε χορό, είμαι χορευτής
  2. χοροπηδώ
  3. διασκεδάζω, γιορτάζω, πανηγυρίζω


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]