χορηγός

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

< αρχαία ελληνική λέξη < χορός + ἄγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό

χορηγός αρσενικό

  1. Στην αρχαία Αθήνα, ο ιδιώτης που αναλάμβανε τα έξοδα μιας παράστασης δράματος.
  2. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσφέρει χρήματα για κάποια συγκεκριμένη δραστηριότητα, με σκοπό την προβολή της επωνυμίας του.
    Η τράπεζα Χ ήταν ένας από τους μεγαλύτερους χορηγούς της "σκακιστικής εβδομάδας".

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες