χορηγός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χορηγός | χορηγοί |
| γενική | χορηγού | χορηγών |
| αιτιατική | χορηγό | χορηγούς |
| κλητική | χορηγέ | χορηγοί |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
χορηγός αρσενικό
- Στην αρχαία Αθήνα, ο ιδιώτης που αναλάμβανε τα έξοδα μιας παράστασης δράματος.
- Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσφέρει χρήματα για κάποια συγκεκριμένη δραστηριότητα, με σκοπό την προβολή της επωνυμίας του.
- Η τράπεζα Χ ήταν ένας από τους μεγαλύτερους χορηγούς της "σκακιστικής εβδομάδας".