χορταστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική χορταστικός χορταστική χορταστικό
γενική χορταστικού χορταστικής χορταστικού
αιτιατική χορταστικό χορταστική χορταστικό
κλητική χορταστικέ χορταστική χορταστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χορταστικοί χορταστικές χορταστικά
γενική χορταστικών χορταστικών χορταστικών
αιτιατική χορταστικούς χορταστικές χορταστικά
κλητική χορταστικοί χορταστικές χορταστικά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χορταστικός < χορτασ- (< χόρτασ-α, αόριστος του χορταίνω) + -τικός

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /xɔɾ.ta.sti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /xɔɾ.ta.sti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /xɔɾ.ta.sti.ˈkɔ/ ουδέτερο

[] Open book 01.svg Επίθετο

χορταστικός, -ή, -ό

  1. που ικανοποιεί την πείνα κάποιου
  2. που προσφέρει ικανοποίηση κι απόλαυση

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη