χορταστικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | χορταστικός | χορταστική | χορταστικό |
| γενική | χορταστικού | χορταστικής | χορταστικού |
| αιτιατική | χορταστικό | χορταστική | χορταστικό |
| κλητική | χορταστικέ | χορταστική | χορταστικό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | χορταστικοί | χορταστικές | χορταστικά |
| γενική | χορταστικών | χορταστικών | χορταστικών |
| αιτιατική | χορταστικούς | χορταστικές | χορταστικά |
| κλητική | χορταστικοί | χορταστικές | χορταστικά |
[
]
Ετυμολογία
- χορταστικός < χορτασ- (< χόρτασ-α, αόριστος του χορταίνω) + -τικός
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /xɔɾ.ta.sti.ˈkɔs/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /xɔɾ.ta.sti.ˈci/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /xɔɾ.ta.sti.ˈkɔ/ ουδέτερο
[
]
Επίθετο
χορταστικός, -ή, -ό
[
]
[
]
Μεταφράσεις
χορταστικός