χορός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χορός χοροί
γενική χορού χορών
αιτιατική χορό χορούς
κλητική χορέ χοροί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χορός < αρχαία ελληνική χορός < ίσως χέρι ή χῶρος
χορός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χορός αρσενικό

  1. το αποτέλεσμα, η ενέργεια του χορεύω, προκαθορισμένες ή αυθόρμητες ρυθμικές κινήσεις συνήθως με την συνοδεία μουσικής, τραγουδιού
    κλασικός χορός, μπαλέτο, χορός της κοιλιάς (τσιφτετέλι), καλαματιανός, τσάμικος χορός, ανδρικός χορός, πολεμικός χορός,
    (συμβολικά)ο χορός του Ησαϊα (για το γάμο), ο χορός του Ζαλόγγου (για κάτι απονενοημένο, καταδικασμένο)
  2. πληθώρα με κάτι τραγικό, που παραπέμπει σε τραγωδία
    ο χορός των μαρτύρων της χριστιανικής εκκλησίας
  3. πληθώρα για κάτι που υποδηλώνει σπατάλη και ίσως παρατυπίες έως παρανομίες
    χορός εκατομμυρίων (με υπαινιγμό για φαγοπότι και διαπλοκή)
    στήσανε χορό με τις επιδοτήσεις
  4. εκδήλωση εορταστική
    χορός αποκριάτικος
  5. σώμα υποκριτών στην αρχαία τραγωδία από 12 και αργότερα 15 άτομα το οποίο έκανε χορευτικές κινήσεις και ερμήνευε το χορικό μέρος αυτής, το οποίο και αποτελούσε το λυρικό, μουσικό της κομμάτι
  6. χορωδία
    εκκλησιαστικός χορός, ο χορός των αγγέλων
χορός βαλς σε φαινακιτοσκόπιο, 1893

Εκφράσεις[]

  • ο χορός του Ζαλόγγου: για κάτι που προμηνύει δυσάρεστα, με αναφορά στις γυναίκες που αυτοκτόνησαν μαζί με τα ανήλικα παιδιά τους πέφτοντας από το βουνό του Ζαλόγγου για να μην τις αιχμαλωτίσουν οι Τούρκοι λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1803
  • άμα μπεις στο χορό, θα χορέψεις: όταν κάποιος αρχίζει κάτι, θα το πάει μέχρι τέλους, ή για κάτι που δεν έχει γυρισμό και πρέπει να ολοκληρωθεί γιατί δεν υπάρχει άλλη λύση
  • κι ο χορός καλά κρατεί:
  • δυο λαλούν και τρεις χορεύουν:
  • εν χορώ: δοτική που σημαίνει "όλοι μαζί" ή "με μια φωνή"
  • έξω από το χορό, πολλά τραγούδια ξέρει: είναι εύκολο να συμβουλεύεις ή να ασκείς κριτική όταν δεν είσαι εσύ εκείνος που πρέπει να ενεργήσεις


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χορός < αβέβαιου ετυμ. ίσως χέρι (για τις κινήσεις ή το πιάσιμο των χεριών) ή χῶρος (για τον ειδικό χώρο όπου χόρευαν στον αγρό)

χορός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χορός ουδέτερο

  1. χορός γενικά, εκφραστικές κινήσεις χεριών και ποδιών, γενικά του σώματος, σε κάποια εκδήλωση ή και μεμονωμένα, με ή χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων
    αἰεὶ δ᾽ ἡμῖν δαίς τε φίλη κίθαρίς τε χοροί τε (Όμηρος)
    τοί δ᾽ ἄνδρες ἐν ἀγλαΐῃς τε χοροῖς τε τέρψιν ἔχον
  2. χορός τελετουργικός ή για κάποια περίσταση
    μετὰ μελπομένῃσιν ἐν χορῷ Ἀρτέμιδος
    Διόνυσον τιμώσας χοροῖς
    χορός τρυγικός, τρυγῳδικός
  3. σώμα χορευτών, η ομάδα εκείνων που μετείχαν στο χορό της αρχαίας τραγωδίας (αρχικά 12 στα δράματα, 24 στις κωμωδίες και μετά 15 στα δράματα)
    οἱ χοροί τῶν τραγῳδῶν
    χορῷ χορηγεῖν
  4. αρμονικό σύνολο ή γενικά σύνολο, πληθώρα, συντροφιά, ομάδα
    χορός ἰχθύων (Σοφοκλής) χορός μελιττῶν, χορός καλλίμορφος τέκνων (Ευριπίδης), χορός ἄστρων αἰθέριοι (Ευριπίδης)
  5. σειρά
    χορός ὀδόντων και πρόσθιοι χοροί (τα μπροστινά δόντια), χορός σκευῶν (μια σειρά από πιάτα), τὴν σοφίαν ποῦ χοροῦ τάξομεν; (Πλάτωνας: σε ποοια σειρά να κατατάξουμε τη σοφία;)
  6. τόπος χορού (πλατεία, χοροστάσι)
    λείηναν δὲ χορόν (Όμηρος) Ἠοῦς ἠριγενείης οἰκία καὶ χοροί εἰσι
  7. στη Σπάρτη και ίσως στην Κρήτη : η αγορά


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]