χούλιγκαν
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- χούλιγκαν < Από το αγγλικό hooligan, αλήτης.
[
]
Ουσιαστικό
χούλιγκαν αρσενικό
- Ταραξίας. Λέγεται για τους υποστηρικτές των ομάδων, κυρίως ποδοσφαιρικών, που δημιουργούν επεισόδια μετά από ένα ματς.
- Οι χούλιγκαν άναψαν πολλές φωτιές προκαλώντας τις αστυνομικές δυνάμεις.