χούντα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χούντα | χούντες |
| γενική | χούντας | |
| αιτιατική | χούντα | χούντες |
| κλητική | χούντα | χούντες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
χούντα θηλυκό
- ομάδα στρατιωτικών που κυβερνούν δικτατορικά αφού ανήλθαν συνήθως με πραξικόπημα στην εξουσία
[
]
Μεταφράσεις
χούντα