χρέος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χρέος χρέη
γενική χρέους χρεών
αιτιατική χρέος χρέη
κλητική χρέος χρέη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρέος < αρχαία ελληνική χρέος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρέος ουδέτερο

  1. χρηματικό ποσό που πρέπει να επιστραφεί στον δανειστή
    το δημόσιο χρέος
  2. το καθήκον
    έκανα το χρέος μου απέναντι στην οικογένειά μου
  3. πρόσθετη υπηρεσία που ασκείται από κάποιον
    ο υποδιευθυντής εκτελεί και χρέη διευθυντού κατά την απουσία του τελευταίου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική χρέος χρέα χρέα
Γενική χρέους χρεοῖν χρεῶν
Δοτική χρέει χρεοῖν χρέεσι(ν)
Αιτιατική χρέος χρέα χρέα
Κλητική χρέος χρέα χρέα
επική ονομαστική ενικού και χρεῖος
γενική ενικού και χρείους
επική γενική πληθυντικού και χρειῶν
δοτική πληθυντικού και χρήεσσι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρέος < χράομαι ή χρή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χρέος ουδέτερο (& αττικός τύπος χρέως και επικός τύπος χρεῖος)

  1. ανάγκη, έλλειψη
  2. ασχολία
  3. χρέος, οφειλή
  4. ηθικό χρέος, καθήκον, πρέπον
  5. (μεταφορικά) αμάρτημα
  6. υπόσχεση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]