χρέος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χρέος | χρέη |
| γενική | χρέους | χρεών |
| αιτιατική | χρέος | χρέη |
| κλητική | χρέος | χρέη |
Ετυμολογία [
]
- χρέος < αρχαία ελληνική χρέος
Ουσιαστικό [
]
χρέος ουδέτερο
- χρηματικό ποσό που πρέπει να επιστραφεί στον δανειστή
- το δημόσιο χρέος
- το καθήκον
- έκανα το χρέος μου απέναντι στην οικογένειά μου
- πρόσθετη υπηρεσία που ασκείται από κάποιον
- ο υποδιευθυντής εκτελεί και χρέη διευθυντού κατά την απουσία του τελευταίου
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
|
|
|
|
|
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρέος | χρέα | χρέα |
| Γενική | χρέους | χρεοῖν | χρεῶν |
| Δοτική | χρέει | χρεοῖν | χρέεσι(ν) |
| Αιτιατική | χρέος | χρέα | χρέα |
| Κλητική | χρέος | χρέα | χρέα |
| επική ονομαστική ενικού και χρεῖος γενική ενικού και χρείους επική γενική πληθυντικού και χρειῶν δοτική πληθυντικού και χρήεσσι |
|||
Ετυμολογία [
]
- χρέος < χρήομαι
Ουσιαστικό [
]
χρέος ουδέτερο (& αττικός τύπος χρέως)